Παρασκευή, 18 Ιουλίου 2014

Συμπεριφορά και Υποχρεώσεις Λιμενικών Οργάνων στη Σύλληψη- Κράτηση, Φύλαξη και Προσαγωγή Προσώπων - Σχέδιο Κανονισμού Λειτουργίας Λιμενικών Αρχών

Παρουσιάζουμε το άρθρο 39 του Σχεδίου Κανονισμού Λειτουργίας Λιμενικών Αρχών ο οποίος θα έχει εφαρμογή στις Λιμενικές Αρχές (Κεντρικά Λιμεναρχεία, Λιμεναρχεία, Λιμενικά Τμήματα και Λιμενικούς Σταθμούς) και θα ρυθμίζει τη διάρθρωση, την οργάνωση,  τον τρόπο λειτουργίας των Υπηρεσιών αυτών καθώς και αρμοδιότητες των οργάνων τους.
Ολόκληρο το Σχέδιο Κανονισμού Λειτουργίας Λιμενικών Αρχών (εδώ)

Άρθρο 39
Συμπεριφορά και Υποχρεώσεις Λιμενικών Οργάνων στη Σύλληψη- Κράτηση, Φύλαξη και Προσαγωγή Προσώπων

1. Οι λιμενικοί κατά τη σύλληψη, πρέπει να ενεργούν με σύνεση και σταθερότητα, να τηρούν, άψογη συμπεριφορά και να αποφεύγουν κάθε ενέργεια που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του συλληφθέντος και γενικά να προσβάλει την αξιοπρέπειά του. Οφείλουν να συμπεριφέρονται στο συλληφθέντα με προσήνεια, να μη μεταχειρίζονται εναντίον του, χωρίς ανάγκη, βία και να τον δεσμεύουν μόνο όταν αντιδρά βίαια ή είναι ύποπτος φυγής.
2.  Κατά τη σύλληψη οφείλουν να τηρούν τους παρακάτω κανόνες:
α) η εξακρίβωση της ταυτότητας του προσώπου που συλλαμβάνεται.
β) αν η σύλληψη γίνεται βάσει καταδιωκτικού εγγράφου, η κοινοποίηση στο συλλαμβανόμενο, κατά τη στιγμή της σύλληψης, του σχετικού καταδιωκτικού εγγράφου. Ως κοινοποίηση θεωρείται και η επίδειξη στο συλλαμβανόμενο του σχετικού μέρους του Δελτίου Εγκληματολογικών Αναζητήσεων ή της Ειδικής Εγκυκλίου Αναζητήσεως. Στα έγγραφα αυτά πρέπει να μνημονεύονται τα στοιχεία ταυτότητας του καταδιωκομένου, ο αριθμός και η χρονολογία του βουλεύματος ή εντάλματος σύλληψης, ο ανακριτής που το εξέδωσε και η αξιόποινη πράξη για την οποία εκδόθηκε ή τα αντίστοιχα στοιχεία των λοιπών καταδιωκτικών εγγράφων βάσει των οποίων γίνεται η σύλληψη και ακόμη να υπάρχει στο τέλος τυπωμένη η υπογραφή και η σφραγίδα του διευθυντή της Υποδιεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών.
γ) αμέσως μετά τη σύλληψη, είτε πρόκειται για αυτόφωρο έγκλημα, είτε για πρόσωπο που διώκεται νόμιμα, γίνεται σωματική έρευνα για την ανεύρεση και κατάσχεση όπλων ή άλλων αντικειμένων που μπορούν να διευκολύνουν την απόδραση ή πειστηρίων αδικήματος, τα οποία ενδέχεται να εξαφανίσει ο συλληφθείς.
δ) όταν υπάρχει υπόνοια φυγής, λόγω της προηγούμενης διαγωγής ή της συμπεριφοράς που δείχνει το πρόσωπο που συλλαμβάνεται, δεσμεύεται με χειροπέδες, για την πρόληψη απόδρασης.
ε) όταν το πρόσωπο που πρέπει να συλληφθεί βρίσκεται μέσα σε πλήθος ή σε ομάδα που είναι σε ευθυμία ή κάτω από συνθήκες ή περιστάσεις που πιθανολογούν την εξέγερση του πλήθους εναντίον των οργάνων που επιχειρούν τη σύλληψη και συνεπώς τη διατάραξη της κοινής ησυχίας και τη ματαίωση της σύλληψης, εφόσον δεν υπάρχει κίνδυνος απόδρασης ή εξαφάνισής του, πρέπει να αναβάλλεται η σύλληψη για να προληφθεί ενδεχόμενη αντίσταση για την απελευθέρωσή του, διαφορετικά να καταβάλλεται προσπάθεια ώστε η σύλληψη να γίνεται με ενισχυμένη δύναμη. Όταν πρόκειται για αυτόφωρο έγκλημα, πρέπει να αποφεύγεται η σύλληψη του δράστη, όταν αυτό είναι ασήμαντο πλημμέλημα και απειλείται από τη σύλληψη ή διατάραξη της τάξης και η πρόκληση σοβαροτέρων αξιόποινων πράξεων.
3. Η προστατευτική φύλαξη προσώπων και μέχρι την παράδοσή τους στους οικείους τους δεν θεωρείται σύλληψη υπαγόμενη στις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Τα τιθέμενα σε προστατευτική φύλαξη πρόσωπα τα οποία, λόγω ηλικίας ή ψυχικής ή πνευματικής κατάστασης στην οποία βρίσκονται, είναι επικίνδυνα στη δημόσια τάξη ή εκθέτουν τον εαυτό τους σε κίνδυνονήλικοι, που εκούσια ή ακούσια, έχουν εξαφανιστεί, ψυχοπαθείς ή μεθυσμένοι) δεν κλείνονται στο κρατητήριο, εκτός αν δεν μπορεί να αποτραπούν με άλλο τρόπο οι κίνδυνοι που προκαλούν στον εαυτό τους ή τους άλλους. Για τη θέση προσώπου σε προστατευτική φύλαξη συντάσσεται έκθεση που υποβάλλεται στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών και γίνεται σχετική εγγραφή στο βιβλίο Αδικημάτων και Συμβάντων. Στην έκθεση αναγράφονται εκτός των άλλων ο λόγος της προστατευτικής φύλαξης και ο χρόνος έναρξης και λήξης αυτής.
4. Τα πρόσωπα-ιδιώτες που συλλαμβάνονται παραδίδονται ως εξής:
  α. Αν πρόκειται για αυτόφωρο κακούργημα ή πλημμέλημα, στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, ενώ για αυτόφωρο πταίσμα, στον αρμόδιο Δημόσιο Κατήγορο, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Σε περίπτωση που η σύλληψη έγινε μακριά από την έδρα του αρμόδιου Εισαγγελέα, για πλημμέλημα το οποίο δεν συνεπάγεται προσωρινή κράτηση (προφυλάκιση), επιτρέπεται να ειδοποιηθεί ο Εισαγγελέας για να παραγγείλει την προσαγωγή του συλληφθέντος ενώπιόν του ή την απόλυσή του.
  β. Οι ανυπότακτοι, λιποτάκτες και αγνοούμενοι, στην αρμόδια στρατιωτική αρχή.
  γ. Οι απευλαυνόμενοι, στην αστυνομική αρχή από την οποία θα γίνει η απέλαση.
  δ. Οι λοιποί καταδιωκόμενοι, στην αρχή ή το δικαστήριο που ζήτησε τη σύλληψή τους.
  ε. Οι στρατιωτικοί στην αρμόδια Στρατιωτική Αρχή του Κλάδου ή Σώματος που ανήκουν, αν πρόκειται για έγκλημα το οποίο υπάγεται στη δικαιοδοσία των στρατιωτικών ποινικών δικαστηρίων και στον  αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, αν πρόκειται για έγκλημα το οποίο υπάγεται στη δικαιοδοσία των κοινών ποινικών δικαστηρίων.
5. Είναι δυνατή η προσαγωγή ατόμων στο λιμενικό κατάστημα, τα οποία είτε στερούνται αποδεικτικών στοιχείων της ταυτότητάς τους είτε δημιουργούν, εξαιτίας του τόπου, του χρόνου, των συνθηκών ή και της συμπεριφοράς τους, υπόνοιες διάπραξης εγκληματικής ενέργειας. Τα προσαγόμενα στο λιμενικό κατάστημα άτομα πρέπει να μη παραμένουν σ` αυτό πέραν του χρόνου ο οποίος είναι απολύτως αναγκαίος για το σκοπό για τον οποίο προσήχθησαν. Στις περιπτώσεις που υπάρχουν σοβαρές υπόνοιες ενοχής ατόμων στη διάπραξη εγκλήματος, δύναται αυτά να προσκληθούν ή να προσαχθούν για εξέταση στην Υπηρεσία.
Auto Scroll Stop Scroll